Τενοντοελυτρίτιδα δακτύλων

//Τενοντοελυτρίτιδα δακτύλων

Η τενοντοελυτρίτιδα δακτύλων ή στενωτική τενοντοθηκίτιδα δακτύλων ή αποτελεί μια συχνή πάθηση των δακτύλων του χεριού κατά την οποία διαταράσσεται με επώδυνο τρόπο η λειτουργία τους να λυγίζουν. Αυτό σημαίνει ότι το δάκτυλο δυσκολεύεται στην κάμψη – έκταση και ενίοτε καθηλώνεται στην κάμψη ή εκτινάσσεται σαν σκανδάλη κατά την έκτασή του. Η πάθηση αυτή είναι ένα σοβαρό νόσημα που ταλαιπωρεί πολλούς ενήλικες σε κάποια φάση της ζωής τους. Και τα πέντε δάκτυλα του χεριού μπορεί να νοσήσουν στους καμπτήρες τένοντες, όμως περισσότερο συχνά η πάθηση εμφανίζεται στον καμπτήρα τένοντα του αντίχειρα και στον καμπτήρα του μέσου δακτύλου. Όταν η πάθηση εμφανίζεται σε τένοντες όπως είναι του αντίχειρα, τότε λέγεται τενοντοθηκίτιδα De Quervain.

Τενοντοελυτρίτιδα δακτύλων: Αίτια

Η ρίζα του προβλήματος δεν είναι πάντα καταφανής, καθώς παρουσιάζεται συχνότερα σε γυναίκες ηλικίας από 40 ως 60 ετών, δίχως να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί και σε άνδρες. Ως παράγοντες κινδύνου μπορούν να θεωρηθούν η ρευματοειδής αρθρίτιδα, το ουρικό οξύ και ο σακχαρώδης διαβήτης, αφού έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερη συχνότητα της πάθησης σε ασθενείς που πάσχουν από αυτά. Επίσης πολύ συχνά η αιτία μπορεί να είναι ο τραυματισμός του ελύτρου ή του τένοντα του αντίστοιχου δακτύλου, κατά την διάρκεια έντονης ή επαναλαμβανόμενης χειρονακτικής εργασίας.

Πριν από τον τραυματισμό έχει προηγηθεί έντονη καταπόνηση που προκαλεί πάχυνση και στένωση του ινώδους ελύτρου του καμπτήρος τένοντος και τοπική πάχυνση του τένοντα. Σπανιότερα η νόσος προκαλείται από πρωτοπαθή μετατραυματική δημιουργία οζιδίου μέσα στον τένοντα, αλλά γενικά και στις δύο περιπτώσεις η ουσία είναι ότι διαταράσσεται η σχέση των διαμέτρων του τένοντα και του ελύτρου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του φαινομένου του εκτινασσόμενου δακτύλου. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις στενωτικές τενοντοθηκίτιδες σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα κλπ.

Τενοντοελυτρίτιδα δακτύλων: Συμπτώματα

Kατά την τενοντοελυτρίτιδα δακτύλων ο ασθενής αναφέρει ότι ένα από τα δάκτυλά του κλείνει αλλά δεν ανοίγει εύκολα ή ανοίγει συναντώντας δυσκολία κατά την κάμψη. Πολλές φορές κατά το άνοιγμα του δακτύλου υπάρχει μια μικρή αναπήδηση. Η πάθηση μπορεί να είναι συγγενής όποτε αφορά κυρίως των αντίχειρα ή επίκτητη, προερχόμενη από τραυματισμό. Στο πρώτο στάδιο υπάρχει μόνο μια τοπική διόγκωση και μια τοπική ευαισθησία με την πίεση του δέρματος στα όρια δακτύλου και παλάμης, ενώ το δάκτυλο εμφανίζει πόνο στην κάμψη. Έπειτα, στα συμπτώματα προστίθεται και η εμπλοκή του δακτύλου σε θέση κάμψης, που όμως ανατάσσεται εύκολα με τη δική του ισχύ, ενώ στο τρίτο στάδιο ο πόνος και η εμπλοκή σε κάμψη είναι πολύ έντονα και η εμπλοκή δεν ανατάσσεται εύκολα παρά μόνο με την υποβοήθηση του άλλου χεριού και γίνεται σαν σκανδάλη. Το συνηθέστερο σύμπτωμα είναι η αίσθηση ενός “κλικ” σε κάποια άρθρωση του δακτύλου και το κλείδωμα του δακτύλου κατά την κάμψη, γεγονός που συνοδεύεται συνήθως από έντονο πόνο.

Τενοντοελυτρίτιδα δακτύλων: Αντιμετώπιση

Η αρχική αντιμετώπιση είναι συνήθως συντηρητική, με ανάπαυση του χεριού και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Όταν αυτά αποτύχουν να θεραπεύσουν το πρόβλημα, τότε η λύση είναι χειρουργική. Η χειρουργική αντιμετώπιση προσφέρει ουσιαστική, οριστική θεραπεία του προβλήματος. Η απόφαση για το πότε θα γίνει η επέμβαση είναι επιλογή του ασθενούς, κυρίως όμως εξαρτάται από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και από το αν η συντηρητική αγωγή έδωσε ή όχι τα αναμενόμενα οφέλη. Ο στόχος της χειρουργικής θεραπείας είναι να ανοιχθεί το περίβλημα του καμπτήρα τένοντα του δακτύλου, έτσι ώστε να μπορεί αυτός να κινείται φυσιολογικά δίχως εμπόδια. Η επέμβαση διενεργείται με τοπική αναισθησία και με ειδικό χειρουργικό μικροσκόπιο ώστε να εκμηδενιστούν με τον τρόπο αυτό πιθανά χειρουργικά λάθη και διαρκεί περίπου 20 λεπτά.

Ο ασθενής δεν χρειάζεται να παραμείνει στην κλινική. Μετά την επέμβαση και μέσα σε μία ώρα μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του αφού πρώτα λάβει οδηγίες για αντιβιοτική αγωγή για τις επόμενες 3 – 4 ημέρες. Τα δάκτυλα αρχίζει να τα κουνά από την πρώτη στιγμή και η πρώτη αλλαγή γίνεται 2 με 3 ημέρες αργότερα, όπου και εφαρμόζεται ελαφριά επίδεση. Όσον αφορά τα ράμματα, αυτά αφαιρούνται στις δύο εβδομάδες μετά την επέμβαση. Στο διάστημα αυτό το χέρι δεν πρέπει να βραχεί αλλά ο ασθενής επιτρέπεται να το χρησιμοποιεί για υγιεινή καθώς και στις καθημερινές ελαφρές δουλειές. Ο ασθενής επιστρέφει στην εργασία του μετά από 2 ως 4 εβδομάδες, ανάλογα με το επάγγελμά του.

2018-06-04T16:23:44+00:00